αἴλινος

αἴλῐνος, ,
A cry of anguish, dirge,

αἴλινον αἴλινον εἰπέ A.Ag.121

(lyr.), cf. S.Aj.627 (lyr.), E.Or.1395; of an epitaph, AP6.348 (Diod.); said to be from αἶ Αίνον ah me for Linos! cf. Paus.9.29.8.
2 Adj., αἴλινος, ον, mournful, plaintive,

αἰλίνοις κακοῖς E.Hel.171

;

βρέφος αἴ.

unhappy,

IG14.1502

: neut. pl. αἴλινα as Adv., Call.Ap.20, Mosch.3.1
: hence [full] αἰλινέω sing a dirge, cj. in Dosiad.Ara15.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αίλινος — αἴλινος, ο (Α) 1. άγρια θρηνητική κραυγή, πένθιμο τραγούδι, μοιρολόι 2. ως επίθ. αἴλινος ον θρηνητικός, γοερός 3. (ο πληθ. ουδ. ως επίρρ.) αἴλινα γοερά, λυπητερά. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Η άποψη περί προελεύσεως τής λ. απο τη φράση «αἶ Λίνον»… …   Dictionary of Greek

  • αἴλινος — cry of anguish masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αίλινος ή Οιτόλινος — Αρχαίο λαϊκό θρηνητικό άσμα (μοιρολόι) για τον τραγικό θάνατο του Λίνου, που κατασπαράχτηκε από σκυλιά σε νεαρότατη ηλικία, το οποίο άρχιζε και τελείωνε με την επίκληση Αΐ Λίνε. Το έψελναν συνήθως νέες στον τρύγο, ίσως από συσχετισμό του ονόματος …   Dictionary of Greek

  • Λίνος — Αρχαίο λαϊκό άσμα, συνήθως πένθιμο, με την ονομασία του οποίου πλάστηκε και η μορφή του όμορφου νέου που πέθανε πρόωρα (Λίνος), προς τιμήν του οποίου ψαλλόταν. Βλ. λ. Λίνος· Αίλινος ή Οιτόλινος. * * * Λίνος, ὁ (Α) 1. ονομασία μυθικού αοιδού, γιου …   Dictionary of Greek

  • Лин в мифологии — (Λίνος) по одному древнегреческому сказанию, сын Аполлона и аргивской царевны Псамафы, по другому сын Амфимара и Урания, величайший знаток музыки; за то, что он дерзнул поставить себя рядом с Аполлоном в этом искусстве, бог убил его. В честь его… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • Лин, древнегреч. знаток музыки — (Λίνος) по одному древне греч. сказанию, сын Аполлона и аргивской царевны Псамафы, по другому сын Амфимара и Урания, величайший знаток музыки; за то, что он дерзнул поставить себя рядом с Аполлоном в этом искусстве, бог убил его. В честь его были …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • αἴλινον — neut nom/voc/acc sg αἴλινος cry of anguish masc acc sg αἴλινος cry of anguish neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Хоровая поэзия — у древних греков. Хоровое начало в развитии поэзии является одним из существенных элементов так наз. первобытного поэтического синкретизма, т. е. сочетания ритмических, плясовых движений с музыкой и словом, причем руководящая роль выпадала на… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • CANTILENA Rollandi — apud Wilhelmum Malmesbur. de gestis Regum Anglor. l. 3. Albericum Matthaeum Paris. Matthaeum Westmonaster. Alios, A. C. 1066. de Wilhelmo Notho, ad proelium contra Hataldum sese apparante: Tunc Cantilena Rollandi inchoata, ut Martium viri… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • λίνος — Αρχαίο λαϊκό άσμα, συνήθως πένθιμο, με την ονομασία του οποίου πλάστηκε και η μορφή του όμορφου νέου που πέθανε πρόωρα (Λίνος), προς τιμήν του οποίου ψαλλόταν. Βλ. λ. Λίνος· Αίλινος ή Οιτόλινος. * * * λίνος και λῑνος, ὁ (ΑM) το λίνο αρχ. 1. (κατά …   Dictionary of Greek

  • λινός — Αρχαίο λαϊκό άσμα, συνήθως πένθιμο, με την ονομασία του οποίου πλάστηκε και η μορφή του όμορφου νέου που πέθανε πρόωρα (Λίνος), προς τιμήν του οποίου ψαλλόταν. Βλ. λ. Λίνος· Αίλινος ή Οιτόλινος. * * * ή, ό (Μ λινός, ή, όν) 1. κατασκευασμένος,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.